


















































ΕΝΑ ΚΕΙΜΕΝΟ ΠΟΥ ΕΓΡΑΨΕ ΓΙΑ ΤΟ ΧΑΜΟΓΕΛΟ ΕΝΑ ΚΟΡΙΤΣΙ ΜΟΛΙΣ 13 ΧΡΟΝΩΝ...


Ο θυμός είναι μια δύναμη της ανθρώπινης ψυχής, που συνδέεται στενά με τη βούληση και την αποφασιστικότητα. Το κακό του όνομα, ο θυμός το πήρε διότι συνήθως τον χρησιμοποιούμε με απαράδεκτο τρόπο, για να επιβάλλουμε το δικό μας θέλημα πάνω στους άλλους ανθρώπους.
Ο θυμός μπορεί να παρομοιασθεί με τη φωτιά: Όταν είναι ανεξέλεγκτη, καταστρέφει τα πάντα στο πέρασμά της. Όταν όμως είναι ελεγχόμενη, παράγει πολύτιμη ενέργεια. Έτσι και ο θυμός, όταν μετατραπεί σε τυφλή οργή, πληγώνει τους πάντες στον περίγυρό μας αλλά ακόμη και εμάς τους ίδιους. Όταν όμως ο θυμός πάρει τη μορφή της ανυποχώρητης αντίστασης εναντίον ενός συγκεκριμένου κακού, είτε αυτό βρίσκεται μέσα μας είτε στην κοινωνία γενικότερα, τότε είναι χρήσιμος και παράγει έργο.
Αν το κακό στο οποίο θέλουμε να αντισταθούμε βρίσκει ενσάρκωση μέσα σε ένα συγκεκριμένο πρόσωπο, χρειάζεται να αποφύγουμε τον πειρασμό να στραφούμε εχθρικά και με προκατάληψη εναντίον αυτού του προσώπου. Το κακό πρέπει να το αντιπαθούμε στη γενική του έννοια, όπου και αν το συναντούμε, τον δε άνθρωπο να τον αγαπάμε και να τον συγχωρούμε χωρίς να τον ταυτίζουμε απόλυτα με τυχόν σφάλματα που διέπραξε σε κάποιο σημείο της πορείας του.
Μερικές φορές θυμώνουμε αποσκοπώντας στον έλεγχο των άλλων δια του φόβου. Ακόμη όμως και αν κατορθώσουμε το σκοπό μας, ώστε ο άλλος να κάνει αυτό που θέλαμε, η νίκη μας θα είναι πύρρειος, απατηλή: Με την πρώτη ευκαιρία, μόλις νιώσει λίγο πιο δυνατός, ο άλλος άνθρωπος θα αποτινάξει το ζυγό μας. Εν τω μεταξύ θα μας καθησυχάζει με ψέματα – τα οποία φυσικά εμείς προκαλέσαμε – ώστε να νομίζουμε ότι συμφωνεί μαζί μας ενώ κατά βάθος μας περιφρονεί. Αν λοιπόν έχουμε αυτή την κακή συνήθεια, να θέλουμε να επιβαλλόμαστε στους άλλους με το θυμό, ας γνωρίζουμε ότι ελάχιστα κατορθώνουμε και ας αναζητήσουμε ένα πιο δημοκρατικό τρόπο να συνυπάρχουμε με τους άλλους.
Αν έχουμε ξεσπάσματα οργής που – αν και γνωρίζουμε ότι δε μας βοηθούν – βρισκόμαστε σε αδυναμία να τα ελέγξουμε, ίσως θα βοηθούσε αν επιδιώκαμε γενικότερα να γίνουμε πιο πειθαρχημένοι στη ζωή μας: Στο φαγητό που τρώμε, στον ύπνο που κοιμόμαστε, στην εργασία που κάνουμε κάθε μέρα. Ο άνθρωπος που γενικά ξέρει να επιβάλλεται στις επιθυμίες του, μπορεί επίσης να επιβληθεί και στα ξεσπάσματα της οργής.
Αν τώρα εμείς είμαστε τα θύματα του θυμού άλλων, τότε ας χρησιμοποιούμε την εξής προσέγγιση: Ούτε να τους φοβόμαστε, μα ούτε και να αντιμιλάμε ή να θυμώνουμε και εμείς, διότι έτσι ρίχνουμε, απλά, περισσότερο λάδι στη φωτιά. Καλύτερα είναι να περιφρονούμε την προκλητική συμπεριφορά, να κάνουμε σαν να μην έγινε, χωρίς όμως αυτή η περιφρόνηση να γενικευθεί ώστε να περιφρονούμε πλήρως τον άλλο άνθρωπο. Αν τηρήσουμε αυτή τη στάση, τότε και εμείς θα απελευθερωθούμε από ανθρώπους που προσπαθούν να μας εξουσιάζουν, αλλά και αυτοί με τη σειρά τους ίσως προβληματιστούν – βλέποντας τις προσπάθειές τους να πέφτουν στο κενό - ώστε κάποια μέρα να αλλάξουν τρόπο και προσέγγιση.
Βρέθηκα σε ένα κατάστημα, στο διάδρομο με τα παιχνίδια.
Με την άκρη του ματιού μου, παρατήρησα ένα αγοράκι γύρω στα πέντε, το οποίο κρατούσε μια κούκλα.
Δε σταματούσε να της χαϊδεύει τα μαλλιά και να τη σφίγγει προσεκτικά πάνω του.
Αναρωτήθηκα για ποιον προοριζόταν αυτή η κούκλα.
Το αγοράκι γύρισε κάποια στιγμή προς την κυρία που βρισκόταν πλάι του:
«Θεία μου, είσαι σίγουρη ότι δε μου φτάνουν τα λεφτά;»
Η γυναίκα του απάντησε χάνοντας κάπως την υπομονή της:
«Είπαμε ότι δεν έχεις αρκετά λεφτά για να την αγοράσεις.»
Έπειτα, η θεία του του ζήτησε να μείνει εκεί και να τον περιμένει για λίγο, κι εκείνη έφυγε βιαστικά. Το αγοράκι κρατούσε ακόμη στα χέρια του την κούκλα.
Τελικά, κατευθύνθηκα προς το παιδί και το ρώτησα σε ποιον ήθελε να δώσει την κούκλα.
«Αυτή την κούκλα την ήθελε η αδερφή μου περισσότερο από καθετί για τα Χριστούγεννα. Ήταν σίγουρη ότι θα της την έφερνε ο Άι-Βασίλης..»
Του είπα τότε ότι μπορεί και να της την έφερνε, κι εκείνο μου είπε θλιμμένο:
«Όχι, ο Άι-Βασίλης δεν μπορεί να πάει εκεί που είναι τώρα η αδερφή μου... Πρέπει να δώσω την κούκλα στη μαμά μου να της την πάει.»
Τα μάτια του ήταν πολύ θλιμμένα ενώ έλεγε αυτά τα λόγια.
«Πήγε να συναντήσει τον Χριστούλη. Ο μπαμπάς λέει ότι και η μαμά θα πάει να συναντήσει το Χριστούλη σε λιγάκι. Έτσι, σκέφτηκα ότι θα μπορούσε να πάρει την κούκλα μαζί της και να την πάει στην αδερφούλα μου.»
Η καρδιά μου πήγε να σταματήσει.
Το αγοράκι σήκωσε το βλέμμα προς εμένα και μου είπε:
«Είπα στον μπαμπά να πει στη μαμά να μη φύγει αμέσως. Ζήτησα να περιμένει μέχρι να γυρίσω από το μαγαζί.»
Μετά, μου έδειξε μία φωτογραφία που απεικόνιζε το ίδιο το αγοράκι μέσα στο κατάστημα να κρατάει την κούκλα, και μου είπε:
«Θέλω η μαμά να πάρει κι αυτή τη φωτογραφία μαζί της, για να μη με ξεχάσει. Την αγαπάω τη μαμά και δε θέλω να μ’αφήσει, αλλά ο μπαμπάς λέει ότι πρέπει να πάει μαζί με την αδερφούλα μου.»
Ύστερα, χαμήλωσε το κεφάλι του κι έμεινε σιωπηλό.
Έψαξα στην τσάντα μου κι έβγαλα από μέσα ένα μάτσο χαρτονομίσματα και ρώτησα το αγοράκι:
«Τι λες να μετρήσουμε τα λεφτά σου μια τελευταία φορά για να σιγουρευτούμε;»
Εκείνο απάντησε:
«Εντάξει, όμως πρέπει να βγουν αρκετά.»
Έριξα κρυφά κάποια χρήματα μαζί με τα δικά του και αρχίσαμε το μέτρημα. Έφταναν με το παραπάνω για την κούκλα. Περίσσευαν κιόλας αρκετά.
Το αγοράκι ψιθύρισε:
«Ευχαριστώ Χριστούλη που μου έδωσες αρκετά λεφτά.»
Έπειτα με κοίταξε και είπε:
«Είχα ζητήσει από το Χριστούλη να κάνει να έχω αρκετά λεφτά για ν’αγοράσω την κούκλα και η μαμά μου να μπορεί να την πάει στην αδερφούλα μου.
Εκείνος άκουσε την προσευχή μου.
Ήθελα να έχω αρκετά λεφτά για ν’αγοράσω και ένα λευκό τριαντάφυλλο για τη μαμά, όμως δεν τόλμησα να του το ζητήσω.
Εκείνος μου έδωσε αρκετά λεφτά για ν’αγοράσω την κούκλα και το λευκό τριαντάφυλλο.
Ξέρετε, αρέσουν πολύ τα λευκά τριαντάφυλλα στη μαμά...»
Λίγα λεπτά αργότερα, η θεία του ξαναγύρισε, κι εγώ απομακρύνθηκα σπρώχνοντας το καροτσάκι μου.
Τέλειωνα τα ψώνια μου με ένα συναίσθημα εντελώς διαφορετικό από ότι όταν τα άρχιζα.
Δεν μπορούσα να βγάλω απ’το μυαλό μου το αγοράκι.
Μετά θυμήθηκα ένα άρθρο στην εφημερίδα, λίγες μέρες πριν, που μιλούσε για έναν οδηγό σε κατάσταση μέθης που είχε χτυπήσει ένα αυτοκίνητο στο οποίο επέβαινε μια νεαρή γυναίκα με την κόρη της.
Το κοριτσάκι είχε πεθάνει ακαριαία και η μητέρα ήταν σοβαρά τραυματισμένη.. Η οικογένεια έπρεπε να αποφασίσει εάν θα της διέκοπταν την αναπνευστική στήριξη....
Να ήταν άραγε η οικογένεια του μικρού αγοριού;
Δυο μέρες μετά, διάβασα στην εφημερίδα ότι η νεαρή γυναίκα ήταν νεκρή.
Δεν μπόρεσα να μην πάω ν’αγοράσω ένα μπουκέτο λευκά τριαντάφυλλα και να βρεθώ στην αίθουσα όπου εκθέταν τη σωρό της.
Ήταν εκεί και κρατούσε ένα όμορφο λευκό τριαντάφυλλο στο χέρι της, μαζί με μία κούκλα και τη φωτογραφία του μικρού αγοριού από στο κατάστημα.
Έφυγα από την αίθουσα κλαίγοντας και με την αίσθηση ότι η ζωή μου θα άλλαζε για πάντα.
Η αγάπη που είχε αυτό το αγοράκι για τη μαμά του και την αδερφή του ήταν τόσο μεγάλη, και μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου ένας μεθυσμένος οδηγός του τα πήρε όλα μακριά...
Τώρα έχεις δύο επιλογές:
1) Να στείλεις το μήνυμα αυτό στους φίλους σου.
2) Να προσποιηθείς ότι δεν το διάβασες και ότι δε σε άγγιξε.
Αν το στείλεις, ίσως εμποδίσεις κάποιον από το να οδηγεί ύστερα από κατανάλωση αλκοόλ, και ίσως να επαναπροσδιορίσεις μέσα του την αντίληψή του περί ζωής.
